φαιά

φαιά
φαιός
grey
neut nom/voc/acc pl
φαιά̱ , φαιός
grey
fem nom/voc/acc dual
φαιά̱ , φαιός
grey
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • Φαιά — Φαιά̱ , Φαιή fem nom/voc/acc dual Φαιά̱ , Φαιή fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαιᾷ — Φαιή fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιᾷ — φαιός grey fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιά ουσία — (Ανατ.). Ουσία του εγκεφαλονωτιαίου άξονα. Bλ. λ. μήνιγγες, νευρικό κεντρικό σύστημα …   Dictionary of Greek

  • Φαιά Πέτρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 280 μ.) στην πρώην επαρχία Σιντικής του νομού Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σιδηροκάστρου …   Dictionary of Greek

  • Φαιάκων — Φαιά̱κων , Φαίαξ Phaeacian masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιάκων — φαιά̱κων , φαίαξ Phaeacian masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαιάν — Φαιά̱ν , Φαιή fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιάν — φαιά̱ν , φαιός grey fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαιάς — Φαιά̱ς , Φαιή fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»